Νικόλαος Ι. Σημαντήρας| Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Δικαιώματα και υποχρεώσεις στη σωστή δόση Ο αμοιβαίος σεβασμός ως ευκαιρία εποικοδομητικής συνύπαρξης

Είμαστε όλοι εξίσου ελεύθεροι:
Η υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων
των άλλων πηγάζει ακριβώς από την αρχή
της ισότητας. Ελευθερία και ισότητα
αποτελούν από κοινού τη βάση
της συνταγματικής μας τάξης.

Νικόλαος Ι. Σημαντήρας

 

Στον δημόσιο διάλογο η επίκληση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, όταν εκλαμβάνει τη μορφή διαμαρτυρίας. Διαμαρτυρία επειδή δεν αναγνωρίζονται δικαιώματα στον επιθυμητό βαθμό ή επειδή διάφορες υποχρεώσεις, συνήθως έναντι του κράτους, είναι δυσάρεστες ή ακόμη και δυσβάσταχτες. Παρά το γεγονός ότι συχνά οι αντιδράσεις αυτού του είδους δεν είναι αδικαιολόγητες, διαφεύγει ενίοτε από το οπτικό μας πεδίο ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων δεν αφορά μόνο τη σχέση μας με το κράτος και την εξουσία εν γένει, αλλά αποτελεί συγχρόνως υποχρέωση για όλους μας. Στην πραγματικότητα, δικαιώματα και υποχρεώσεις αποτελούν πολλές φορές δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: από τη μια πλευρά η απόλαυση ενός δικαιώματος προϋποθέτει τον σεβασμό του από τους άλλους, από την άλλη πλευρά όμως συνδέεται με την υποχρέωση το δικαίωμα να ασκείται με σεβασμό στους άλλους. Μια ματιά στην καθημερινή κοινωνική πραγματικότητα αρκεί για να γίνει αντιληπτό ότι τα δικαιώματα των πολιτών δεν κινδυνεύουν μόνον από πράξεις ή παραλείψεις των κρατικών οργάνων, αλλά περιορίζονται ή ακόμη και καταργούνται από ενέργειες συμπολιτών, πολλές φορές μάλιστα κατ’ επίκληση των δικών τους δικαιωμάτων ή συμφερόντων.

Ασφαλώς, η συμπεριφορά μας αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας μας, που κατοχυρώνεται συνταγματικά. Παρότι όμως δικαιούμαστε να διαμορφώνουμε τη συμπεριφορά μας καταρχήν ελεύθερα, όπως δηλαδή ο καθένας επιθυμεί και πάντως ανεξάρτητα από την άποψη, τη βούληση και βεβαίως την έγκριση οποιουδήποτε άλλου, η ίδια αυτή συμπεριφορά δύναται να πλήξει άλλα πρόσωπα, που εξίσου δικαιού-νται σεβασμό της ελευθερίας τους. Είμαστε όλοι εξίσου ελεύθεροι: Η υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων πηγάζει ακριβώς από την αρχή της ισότητας, που επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά. Ελευθερία και ισότητα αποτελούν από κοινού τη βάση της συνταγματικής μας τάξης.

Από τη σκοπιά των παραπάνω παρατηρήσεων γίνεται εμφανές ότι τελικά κάθε δικαίωμα δεν αποτε-λεί μόνον πολύτιμο αγαθό αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως πιθανή απειλή για άλλα δικαιώματα. Στην πράξη, οι συγκρούσεις μεταξύ δικαιωμάτων είναι μάλλον αναπόφευκτες. Το δύσκολο έργο της εναρμόνισης μεταξύ τους έχουν καταρχήν τα νομοθετικά όργανα, που αποφασίζουν για το περιεχόμενο των νόμων και ορίζουν τι επιτρέπεται και τι τελικά απαγορεύεται, πώς δηλαδή εκδηλώνεται πρακτικά η υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων των υπολοίπων. Αντίστοιχα, κρίσιμος είναι ο ρόλος των δικα-στηρίων, που καλούνται να διασφαλίσουν την τήρηση των νόμων κατά την επίλυση διαφορών, όπου επίσης ανακύπτει ανάγκη εναρμόνισης δικαιωμάτων, μέσω της ερμηνείας τους.

Οι θεσμικές αυτές εγγυήσεις όμως, δεν αναιρούν την ευθύνη όλων μας κατά την απόλαυση των δικαι-ωμάτων μας και τη σημασία του αμοιβαίου σεβασμού για την πρόληψη των συγκρούσεων. Αρκεί απλώς να στρέψουμε το βλέμμα μας από την εντύπωση ότι «έχουμε δικαίωμα» για ορισμένη συμπεριφορά στο πώς ασκούμε το δικαίωμά μας: Αν λάβουμε έστω υπ’ όψιν ποιους θα μπορούσε θα πλήξει ο συγκεκριμένος τρόπος άσκησης ορισμένου δικαιώματός μας, το κέρδος στο επίπεδο του αμοιβαίου σεβασμού θα ήταν ήδη σημαντικό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ελευθερίας έκφρασης: Ασφαλώς και «έχουμε το δικαίωμα» να διατυπώνουμε τη γνώμη μας, η επιλογή όμως των λέξεων για την εξωτερίκευση ενός νοήματος μπορεί να πλήξει άλλους, ίσως μάλιστα άθελά μας. Να λειτουργήσει ακόμη και ως λεκτική ή ψυχική βία. Αν αντίθετα λάβουμε υπόψιν τις πιθανές συνέπειες κατά την άσκηση του δικαιώματός μας, προλαμβάνουμε μια αναίτια σύγκρουση, χωρίς καν να (αυτο)περιοριστούμε στην ουσία του δικαιώματός μας να εκφραστούμε ελεύθερα. Ενδέχεται μάλιστα να βελτιώσουμε την άποψη ή το επιχείρημα που πρόκειται να διατυπώσουμε, ακριβώς επειδή λαμβάνονται υπόψιν τυχόν αντιρρήσεις ή αντίθετες οπτικές για το ίδιο ζήτημα. Στην καλύτερη περίπτωση θα καταστεί δυνατή η σύζευξη απόψεων και η συ-μπερίληψη των υπολοίπων, στη χειρότερη ένας εποικοδομητικός διάλογος. Γιατί να μην εκμεταλλευτούμε αυτές τις ευκαιρίες;